Η έξοδος από το Καρς

Στην περιοχή του Καρς, όπου επίσης υπήρχε πολιτική και στρατιωτική οργάνωση Ελλήνων, εμφανίστηκαν αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις. Άλλοι πρότειναν παραμονή του ελληνικού πληθυσμού με οργάνωση της ένοπλης άμυνας, ενώ άλλοι πρότειναν τη φυγή. Η πρώτη άποψη εκφράστηκε από τους Έλληνες στρατιωτικούς, ενώ η δεύτερη από τα πολιτικά στελέχη του ελληνικού κινήματος. Οι στρατιωτικοί πίεζαν τον ελληνικό πληθυσμό να παραμείνει και να οργανώσει την άμυνά του εντασσόμενος στα τρία ελληνικά συντάγματα της Eλληνικής Mεραρχίας του Καυκάσου. Για να εμπνεύσουν τον ελληνικό πληθυσμό με αγωνιστικό φρόνημα, οργάνωσαν μια εντυπωσιακή παρέλαση των στρατιωτικών ελληνικών τμημάτων του 2ου Συντάγματος της Ελληνικής Μεραρχίας στην πόλη του Καρς. Τα αποτελέσματα της παρέλασης δε θεωρήθηκαν ιδιαιτέρως σημαντικά.

Για τον καθορισμό της στάσης του ελληνικού πληθυσμού, καθώς και των προτεραιοτήτων, συνήλθε το 3ο Εθνικό Συνέδριο στο Καρς. Συμμετείχαν εκπρόσωποι απ’ όλες τις ελληνικές κοινότητες της περιοχής. Οι εκπρόσωποι των μεθοριακών και άμεσα απειλούμενων χωριών Αρνταχάν και Καρς παρουσίασαν τις τραγικές συνθήκες που επικρατούσαν στις περιοχές τους. Οι υπόλοιποι σύνεδροι, οι οποίοι προέρχονταν από άλλες περιοχές, τους διαβεβαίωσαν για την εθνική αλληλεγγύη των άλλων κοινοτήτων. Η κατάσταση αυτή οδήγησε το συνέδριο να αποφασίσει “Μεσ’ το παραλήρημα του πατριωτικού ενθουσιασμού, της εθνικής αλληλεγγύης…” τη μετακίνηση των παραμεθόριων ελληνικών κοινοτήτων Αρνταχάν, Γκιόλια, Σογανλού, Καβουσμάν και Χοροσάν με ευθύνη του Εθνικού Συμβουλίου, προς το Καρς. Όμως η ραγδαία προέλαση του τουρκικού στρατού προς το Καρς και το Σαρίκαμις ανάγκασαν το συνέδριο να διακόψει τις εργασίες του.

Οι Έλληνες κάτοικοι δεν πίστευαν ότι ήταν δυνατή η αντίσταση στον τουρκικό στρατό από τα τρία ελληνικά συντάγματα και τη μία αρμενική μεραρχία. Οι ειδήσεις για τις τουρκικές ωμότητες εις βάρος των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο άρχισαν να φτάνουν στον Καύκασο. Οι αφηγήσεις των ταλαιπωρημένων προσφύγων για τις αγριότητες κατά των Ελλήνων έκαμψαν και τις τελευταίες αντιστάσεις των εθνικών συμβουλίων. Εξάλλου η ελληνική στρατιωτική δύναμη του Καυκάσου ήταν μικρή μπροστά στον τουρκικό στρατό που κατέφθανε. Ειδικά στην πόλη του Καρς οι υπερασπιστές της ήταν μόνο 1.500 Έλληνες στρατιώτες. Έτσι αποφασίστηκε η παράδοση της πόλης στους Τούρκους. Το Εθνικό Συμβούλιο έκανε ό,τι μπορούσε για την προώθηση των προσφύγων στη νότια Ρωσία και στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, με στόχο την αναχώρηση για την Ελλάδα.

Οι λόχοι, τα τάγματα και τα συντάγματα της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου διαλύθηκαν και οι οπλίτες πήγαν στα χωριά τους για να γλυτώσουν τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους. Αρκετά παραμεθόρια χωριά των περιφερειών Χοροσάν, Αρνταχάν και Γκιόλια δεν πρόλαβαν να φύγουν με αποτέλεσμα την αιχμαλωσία τους από τον τουρκικό στρατό. Η αποχώρηση άρχισε από το δεύτερο πενθήμερο του Μαρτίου. Ο Ε. Ηλιάδης περιγράφει τις προετοιμασίες των Ελλήνων στο χωριό Πελικπάς: “Οι γυναίκες ανάβουν τους φούρνους, ζυμώνουν, ψήνουν ψωμί, το κάνουν φρυγανιές και παξιμάδια, κάνουν μακαρίνα (σ.τ.σ. μακαρόνια), γεμίζουν βαρελάκια ή τενεκέδες με βούτυρο και τυριά κ.λπ. Οι άντρες γεμίζουν σακιά με αλεύρι και σιτάρι, σφάζουν με σπαραγμό της καρδιάς τους τα εκλεκτά τους ζώα, ψήνουν σε μεγάλα καζάνια το κρέας τους και το κάνουν καβουρμάδες και με το λίπος μαζί το βάζουν σε βαρελάκια ή πήλινα δοχεία…

Στις 12 Μαρτίου το πρωί έγινε η τελευταία θεία λειτουργία. Είχαν παρευρεθεί όλοι σχεδόν οι χωριανοί. Ήταν κάτι το ανεπανάληπτο. Τα πλήθη προσεύχονταν, προσκυνούσαν και με τρεμάμενο χέρι άναβαν το στερνό τους κερί. Κατάμεστη η εκκλησία από πιστούς, κατάμεστο και το μεγάλο προαύλιό της και οι πέρα απ’ αυτό δρόμοι. Οι πιστοί παρακολούθησαν με κατάνυξη και θρησκευτική ευλάβεια τη θεία λειτουργία. Στο τέλος το χριστεπώνυμο, το αγνό πλήθος, το γεμάτο αγωνία, θλίψη και πόνο, αγκαλιάζεται, θρηνεί, σταυροκοπιέται και χύνονται πολλά δάκρυα αληθινά. Σύσσωμοι με σπαραγμό ψυχής ικετεύουν τον Άγιο να τους προστατεύσει, να τους βοηθήσει να φτάσουν όσο το δυνατόν ανώδυνα και γρήγορα στον προορισμό τους, στη φωτεινή Ελλάδα, για να ησυχάσουν και οι κατοπινές γενιές από τους συνεχείς ξεριζωμούς μ’ όλα τα φρικτά επακόλουθα.” Η αποχώρηση των δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων από την περιοχή του Κυβερνείου του Καρς δεν έγινε παντού ομαλά. Στις αρχές Μαρτίου 1918 συγκεντρώθηκαν οι αρχηγοί των ελληνικών χωριών της επαρχίας Καγισμάν για να αποφασίσουν για τη διαδικασία αναχώρησης. Ορίστηκε ως σημείο συγκέντρωσης όλου του ελληνικού πληθυσμού της επαρχίας το χωριό Καρακλησσέ και ως χρόνος η 25η Μαρτίου. Εκεί μαζεύτηκαν χιλιάδες κάτοικοι και ετοιμάστηκαν να αναχωρήσουν ευθύς μετά τον εκκλησιασμό τους. Τότε ήρθε μια ίλη ιππικού του αρμενικού στρατού απαιτώντας την παραχώρηση, εκ μέρους των Ελλήνων, ενός αριθμού αλόγων.

Η δολοφονία ενός Έλληνα κοινοτάρχη, του Ευστράτιου Κακουλίδη, από τον επικεφαλής της ίλης οδήγησε στη γενίκευση της σύρραξης. Δύο ημέρες κράτησε η αιματηρή σύγκρουση τετρακοσίων ενόπλων Ελλήνων με δεκαπλάσιο αρμενικό στρατό. O Σ. Μαυρογένης εκτιμά ότι η σύγκρουση του Καρακλησσέ οφειλόταν στην αυθαιρεσία και στην αυτοδικία των οπλισμένων Αρμενικών τμημάτων, τα οποία νόμιζαν ότι είχαν δικαιώματα πάνω σε κάθε ξένο αντικείμενο. Κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν να γίνει ανεκτό από τους επίσης οπλισμένους Πόντιους. Θεωρεί ότι η βαθύτερη αιτία της ελληνοαρμενικής αντίθεσης ήταν η κατηγορηματική άρνηση του ελληνικού στοιχείου της περιοχής να συμμετάσχει στην ολοκληρωτική εξόντωση του μουσουλμανικού στοιχείου του Κυβερνείου του Καρς, που σχεδίαζε το αρμενικό κόμμα Ντασνάκ Τσουτιούν. Την ίδια άποψη έχει και ο Χ. Τσέρτικ, ο οποίος περιγράφει σε κάποια περίπτωση την παρέμβαση του ελληνικού Λόχου για τη σωτηρία μουσουλμανίδων γυναικών και παιδιών από τα αρμενικά στρατιωτικά τμήματα. Η συγκεκριμένη σύγκρουση απέκοψε τους δρόμους διαφυγής των κατοίκων του Καρακλησσέ.

Η κατάληψη του χωριού από τα αρμενικά στρατεύματα ακολουθήθηκε από σφαγή του εναπομείναντος πληθυσμού. Μετά απ’ αυτό, κάτοικοι οκτώ γειτονικών ελληνικών χωριών αναγκάστηκαν να βαδίσουν προς τις γραμμές των Τούρκων και να καταφύγουν στο ελληνικό χωριό Αλή Σοφή, οι κάτοικοι του οποίου είχαν προλάβει να αναχωρήσουν για την Τιφλίδα. Οι Τούρκοι δεν πείραξαν τους πρόσφυγες. Τρεις μήνες αργότερα τους επέτρεψαν να αναχωρήσουν για την Τιφλίδα. Από κει πήγαν στο Πότι και σκορπίστηκαν στις παραλιακές πόλεις της Μαύρης Θάλασσας.

Οι δραματικές εξελίξεις με την προέλαση των Τούρκων, συνδυασμένες με την αδυναμία συνεννόησης των Ελλήνων και Αρμενίων, για κοινή στρατιωτική δράση, όπως φάνηκε από το περιστατικό του Καρακλησσέ, οδήγησαν στη διάλυση της ελληνικής στρατιωτικής οργάνωσης. Εβδομήντα χιλιάδες Έλληνες πήραν το δρόμο της προσφυγιάς. Ο ιερέας του χωριού Καραουργκάν, Γ. Χαρίτίδης, γράφει στις 2 Απριλίου 1918: “Ένεκα της εμπολέμου καταστάσεως, εθνικοποιήσεως του στρατού, τα διάφορα έθνη του Καυκάσου, τρέφοντα μίσος το εν κατά του άλλου εξηγέρθησαν εις μάχας και αλληλοσφάζονται, ο δε αιώνιος εχθρός των Χριστιανών, ο Τούρκος, επωφελούμενος της καταστάσεως προσπαθεί να κατακτήσει την πόλη του Καρς Ένεκα τούτου οι του νομού Καρς δυστυχείς Έλληνες.. εγκαταλείψαντες τα χωρία, την περιουσίαν των φεύγουν χωρίς να γνωρίζουν που. Χιλιάδες Ελλήνων, γερόντων, γυναικών και ανηλίκων παίδων κοιμώνται πέριξ των διαφόρων σταθμών, άστεγοι, γυμνοί, πεινασμένοι υποφέρουσι τα πάνδεινα.

Ουδεμία περιποίησις, ουδεμία περίθαλψις, ουδείς τείνει προς τους δυστυχείς χείραν αρωγής..” Οι Καρσιώτες μεταφέρθηκαν από την πόλη του Καρς στην Τιφλίδα με τρένο. Από κει άλλοι κατευθύνθηκαν προς το Μπακού του Αζερμπαϊτζάν, με στόχο να χρησιμοποιήσουν το τρένο που συνέδεε το Μπακού με το Αικατερινοντάρ της νότιας Ρωσίας, άλλοι πήγαν στο Κουμπάν μέσω Βλαδικαυκάς και οι περισσότεροι χρησιμοποίησαν το δρόμο από το Πότι. Δηλαδή έφταναν με τρένο στο Πότι της Μαύρης Θάλασσας και από ‘κει με καράβι ως το Νοβοροσίσκ. Η πορεία που επέλεγε να ακολουθήσει η κάθε προσφυγική ομάδα καθοριζόταν από τις προξενικές και άλλες πληροφορίες που συγκέντρωνε, ώστε να αποφύγει τις περιοχές των εμφύλιων συγκρούσεων. Κυρίως εγκαταστάθηκαν στο Αικατερινοντάρ και στα χωριά του Κουμπάν, στη Σταυρούπολη, στην Κριμαία, στο Σοχούμι, στο Πετιγόρσκ, στο Νοβοροσίσκ, στην Ανάπα, στο Τουαψέ κ.α Πίστευαν ότι σύντομα θα μπορούσαν να μεταφερθούν από τη νότια Ρωσία στην Ελλάδα.

Ο τουρκικός στρατός κατέλαβε τις αρμενικές και γεωργιανές περιοχές που παραχωρήθηκαν στην Τουρκία με τη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ και άρχισε να προελαύνει προς το Μπακού, πρωτεύουσα του Αζερμπαϊτζάν, στο οποίο υπήρχε σημαντική ελληνική κοινότητα, καθώς και ελληνικό προξενείο. Σε συνεργασία με τους ντόπιους μουσουλμάνους άρχισε τις σφαγές Αρμενίων και Ελλήνων. Μεγάλο κύμα προσφύγων εγκατέλειψε το Αζερμπαϊτζάν και κατέφυγε στη Γεωργία και στην Αμπχαζία, με άμεσο αποτέλεσμα να γεμίσει το Σοχούμι με πρόσφυγες. Πολλοί Έλληνες κατέφυγαν επίσης στη νότια Ρωσία. Τον Απρίλιο του 1918 η Τουρκία κατέλαβε επίσης το Βατούμι, το οποίο της είχε παραχωρηθεί με τη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ. Οι τοπικές στρατιωτικές ομάδες αντιστάθηκαν στην τουρκική προέλαση. Ο Xαράλαμπος Παπαδόπουλος, ο Χάμπος, με μεγάλη δύναμη ανδρών επιτέθηκε στο χωριό Τσίκεντρε, που βρισκόταν κοντά στο Βατούμι, στο οποίο ήταν έτοιμοι να πάρουν την εξουσία μουσουλμάνοι Αμπχάζιοι με τη βοήθεια των Τούρκων.

Οι οπλισμένοι Έλληνες του χωριού σε συνεργασία με την ομάδα του Χάμπου διαλύουν και τρέπουν σε φυγή τους Αμπχάζιους. Επίσης, ο ελληνικός Λόχος του 1ου Συντάγματος της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου έδωσε μάχες με τον τουρκικό στρατό στην περιφέρεια της Σαμτρέτ, όπου και διακρίθηκε. Μπροστά στην ανάγκη να αντιμετωπιστεί η τουρκική απειλή και της παράλληλης αδυναμίας της ρωσικής κυβέρνησης να παράσχει οποιαδήποτε βοήθεια, η συνέλευση της Υπερκαυκασίας κήρυξε την ανεξαρτησία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Υπερκαυκασίας. O Tσχενκέλι, πρωθυπουργός της Υπερκαυκασίας, αποφάσισε την παράδοση του Καρς στους Τούρκους. Επειδή όμως οι Τούρκοι απειλούσαν με παραπέρα προέλαση, η Γεωργία αποφάσισε να κηρύξει την ανεξαρτησία της και να προσκαλέσει τους Γερμανούς, εμποδίζοντας με αυτό τον τρόπο την τουρκική προέλαση.

Με την άφιξη του γερμανικού στρατού η γεωργιανή κυβέρνηση διέταξε τη διάλυση όλων των μη γεωργιανών στρατευμάτων, εκτός αυτών που είχαν οι Γερμανοί της Ρωσίας. Ως αποτέλεσμα της διαταγής αυτής διαλύθηκε το Μάιο του 1918 και η Ελληνική Μεραρχία του Καυκάσου, η οποία, παρόλο που αναγνωριζόταν ως ελληνικός εθνικός στρατός, εντούτοις θεωρούνταν ότι ανήκε στο ρωσικό στρατό, εφόσον η μισθοδοσία και η επιμελητεία καλύπτονταν από τη ρωσική Κυβέρνηση. Ο Δ. Ψαθάς γράφει για την Ελληνική Μεραρχία του Καυκάσου: “Δυστυχώς δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν εντελώς στο σκοπό για τον οποίον συγκροτήθηκαν. Τα γεγονότα ερχόντουσαν απανωτά, επικρατούσε μεγάλη αστάθεια, άλλαζαν συνεχώς οι γενικότερες συνθήκες και έτσι ό,τι σήμερα φαινόταν μπορετό, την άλλη μέρα σκόνταφτε πάνω σε αξεπέραστα εμπόδια”.

H προσφυγοποίηση δεκάδων χιλιάδων Ποντίων ενεργοποίησε τις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας, οι οποίες με θαυμαστό αίσθημα αλληλεγγύης ανέλαβαν το βάρος της συνδρομής και της περίθαλψης των προσφύγων. Το Κεντρικό Συμβούλιο διενήργησε εράνους υπέρ των προσφύγων, στους οποίους ανταποκρίθηκαν με προθυμία οι Έλληνες της Ρωσίας. Οι Έλληνες του Βατούμι μαθαίνοντας ότι οι Έλληνες του Ριζαίου και των Σουρμένων στον Πόντο κινδύνευαν να σφαγούν από τους Τούρκους, οι οποίοι ζητούσαν λύτρα, συγκέντρωσαν το ποσό των 200.000 χρυσών ρουβλίων και ναύλωσαν πλοία για την παραλαβή των προσφύγων. Μόνο η κοινότητα του Βατούμι περιέθαλψε 35.000 πρόσφυγες.

Ο πρόσφυγας Σ. Κανταρτζής γράφει: “Εδώ (στο Βατούμι) μας υποδέχτηκαν με πατριωτικά αισθήματα οι εκπρόσωποι της ελληνικής κοινότητας και φρόντισαν να μας εξυπηρετήσουν. Έθεσαν στη διάθεσή μας, κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό, το ελληνικό σχολείο….” H ελληνική κοινότητα στο Σοχούμι περιέθαλψε 15.000 πρόσφυγες. Υπεύθυνος της οργάνωσης της περίθαλψης ήταν η Εθνική Επιτροπή των Ελλήνων της πόλης.Το ίδιο έγινε και με τις άλλες κοινότητες στις πόλεις Τουαψέ, Νοβοροσίσκ, Κουμπάν, Κερτς, Αικατερινοντάρ, Μαϊκόπ, Βλαδικαυκάς κ.λπ.

Η κοινότητα του Κερτς στην Κριμαία κατέβαλε υπεράνθρωπη προσπάθεια να ανακουφίσει τις χιλιάδες των προσφύγων που είχαν καταφύγει εκεί. Δημιούργησε ειδικό μηχανισμό με τμήμα επισιτισμού και νοσοκομειακή υπηρεσία. Ακόμα και οι μικρές και φτωχές κοινότητες προσέφεραν πάνω από τις δυνάμεις τους στον αγώνα για την περίθαλψη των προσφύγων. Ως εκπρόσωπος του Κεντρικού Συμβουλίου ο Λεωνίδας Ιασωνίδης διέτρεχε επί τρίμηνο τις ελληνικές κοινότητες, προκειμένου να διοργανώσει επιτροπές για τους πρόσφυγες.

Το προσφυγικό πρόβλημα έκανε πιο έντονο το αίσθημα της κατοχής του μικρασιατικού Πόντου. Τον Ιούλιο του 1918 συγκλήθηκε στο Μπακού συνέδριο εκπροσώπων του ελληνισμού από τη νότια Ρωσία, Υπερκαυκασία και Πόντο. Διακήρυξε την ανεξαρτησία του Πόντου και εξέλεξε επταμελές συμβούλιο, κάτω από τη διοίκηση του οποίου μπήκαν όλα τα ποντιακά σωματεία.